lirik.web.id
a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z 0 1 2 3 4 5 6 7 8 9 #

lirik lagu 12os pithikos – δε φoβάμαι (de fobamai)

Loading...

έι γιο, πάμε λίγο, πάμε λίγο
δεν φοβάμαι (δις)
μάγκα, δεν φοβάμαι (δις)

δεν έχω χρόνο να κοιτάζω αλλό πια το κενό
δεν μένει τίποτα να χάσω, κάνω κάτι γι’ αυτό
παλεύω για να επιβιώνω σε έναν κόσμο κακό

δεν φοβάμαι, ρε· δεν φοβάμαι…

υπάρχουν μέρες που τα πάντα μας πηγαίνουν στραβά
δεν γονατίζουμε έτσι απλά, είναι τα σκαριά μας σκληρά
γιατί από μικρά παιδιά μας ρίξανε στα βαθιά

δεν φοβάμαι, ρε· δεν φοβάμαι…

είμαι απ’ το βότση· γορίλλες, λύκοι, vamos σαλονίκη
ρίχτε χλέπες στον προδότη αν σας τύχει, θεία δίκη
παίρνουμε ό,τι μας ανήκει εφόσον ζούμε στη φρίκη
βαράμε χέρι στο τραπέζι, δεν χωράει νταβατζιλίκι
βλέπεις μάθαμε νωρίς να ζούμε, δρούμε υπό πίεση
βρώμικη πόλη ευδοκιμεί ματωμένη μάς ποίηση
γράφω εδώ μέσα του ταραντίνο με την εκδίκηση
με γκρίζο στη ψυχή κουβαλάω καθαρή συνείδηση
έχω ρίμες απ’ τον πόντο και απ’ την μικρά ασία
σκληραγώγηση δρόμου παιδεία· ανοίχτε βιβλία
παραδέχομαι τα λάθη μου και κάνω πολλά
δεν είμαι πρότυπο συγγνώμη, απλά’ μαι σάρκα κι οστά
μια διασταύρωση κοπρόσκυλου, rednose και cane corso
δεν γαβγίζω θα ματώσω, κόβω χέρια όταν δαγκώσω
δεν είμαι άλλη μια φθηνή ρεπλίκα της αμερικής
το πιο ατόφιο που θα βρεις· made in crisis, made in greece
στήθος από μάρμαρο, φωτιά καρδιά απ’ ατσάλι
περήφανα χορεύω κοτσάρι και πεντοζάλι
θέλει κάκαλα, άσσος· δύο γυμνές γροθιές στο ρίνγκ
όσες δώσεις κι όσες φας σκληρή κι άδικη η ζωή
μπορεί να βράδια μες στα κλαμπς να το ζούνε καλά
μα παίζει ανησυχία, πόνος και θλίψη στη γειτονιά
εγώ ασχολούμαι· ζω μ’ αυτά και προσεύχομαι συχνά
να μην έρθει η ημέρα που θα δω τ’ αδέλφια μου σκυφτά

κουρασμένοι πολύ είναι δύσκολοι καιροί
καταδικασμένοι εσαεί (εσαεί)
στη γειτονιά κάθε στιγμή είναι η τελευταία η στιγμή
και το γλεντάμε ως το πρωί…
τα μπουκάλια σας ψηλά για να πιούν και αυτοί
τ’ αλκοόλ στο δρόμο κάνω σπονδή
γι’ αυτούς που φύγαν μακριά και δεν είναι’ δω
και πετάν ψηλά σαν αετοί…

νά’ σε ευλογημένος να πηγαίνεις όπου πάει ο καπνός
ο άγγελος ο απέναντί σου κάθετε σκυφτός
δεν ακούς τι λέει; «γενικά την έχεις ακούσει;» λέει
αν ακολουθείς το διάβολο είσαι χαζός
τα παιδιά στη πλατεία σου φωνάζουν γεια χαρά
το βλέμμα σου μετά πάει απέναντι στα ξαρά
γράφεις μηνύμα στο κορίτσι· της λες ότι την αγαπάς
και νιώθεις πόνο· το μήνυμα προβλήθηκε μόνο
τα χέρια σου στη τσέπη κάνει κρύο
αφραγκίες, τι’ ναι κρύο, ένα δύο
το μυαλό σου δύο νότες δύο
δύο λες γεμάτες απ’ το βίο
γραμμένες απ’ το θείο
ξανοίχτηκε· δεν κλίνει το βιβλίο
ποίο αντίο;
στη δικιά μου εποχή, είναι η δικιά μου διδαχή
έλα μαζί μου εκεί έξω να περπατάμε στη βροχή
έλα κοντά μας, απόψε χορεύουμε στη βροχή
τουλάχιστον εκεί δεν θα φαίνονται τα δάκρυά μας
το αφεντικό πληρώνει για να βρίσει
το νερό στο κεφάλι σου πέφτει, πέφτει παγωμένο απ’ τη βρύση
είναι η ροή μου φύση, απ’ την ανατολή ως τη δύση
όποιος σου έχει πει ότι έχει κτίσει δεν σου έχει πει ότι έχω φτύσει
είναι full moon σε full mood, bill duke στο hoodlum
μαύρη καπαρντίνα sixty six-gun
πες μου ποίοι ακούν
στους εκατό ξέρω· βλέπω ποίοι φλέγονται
όχι αυτοί που φαίνονται, αυτοί οι δύο μου αρκούν
είναι η όαση, τέχνασμα, τέχνη, είν’ η τρίτη όραση
απόδραση, καθαρή εικόνα με την ακρόαση
θα σε θυμάμαι για πάντα, θα σε θυμάμαι όταν σου’ πα πέφτουμε πάμε
και μου’ πες «δεν φοβάμαι»
θαρρώ με τρώει ψηλό, εδώ, βαρώ εις το πλατό, εδώ
βαράνε στο ψαχνό, εν ψυχρώ γράφω στο αστικό
παν τα φράγκα στη κάλτσα, παίζει φέρμα στη πιάτσα
χτύπημα δίχως φάλτσα, σφαλιάρα και casa
έγινα κάκτος γεμάτος αγκάθια, μέσα κρύβω γάλα
γιατί απ’ έξω είσαι χρυσάφι, και μέσα σάπια κουφάλα
αποφεύγω ψεύτικες χειραψίες, γιατί στ’ αλήθεια είστε φίδια
πονηρά σαν γίδια, δηλαδή αρχίδια
μες τη μιζέρια αντίο, βγάλ’ την καρδία απ’ το ψυγείο
αν είσαι φαν, είμαι για’ σένα μπουφάν, έξω κάνει κρύο
ζούμε σκληρές εποχές· μ’ άγχος, νεύρα και στρες
τ’ αδέρφια diaz – chevez, mma σε γραμμές
έχω φαλτσέτα για γλώσσα, ματώνω λέω την ιστορία
ανατριχιάζω, σαν τις φορές που φαντάστηκα την κηδεία μου
θάνατο σε παιδεραστές και σε όποιον ρίχνει φόλα
όταν φεύγει η ψυχή απ’ το σώμα όλοι μετανιώνουν για όλα
είμαστε πρόσφυγες, μωρό μου, σε αφιλόξενη γη
ήπιαμε πόνο σε σφηνάκια, έχουμε γεύση πικρή
αγκαλιαζόμαστε σφικτά και αγαπιόμαστε στη βροχή
δεν θα είμαστε για πάντα εδώ, πόσο γλυκιά είναι η ζωή
μεγάλωσα δίχως ανέσεις και είμαι εντάξει μ’αυτό
γι’ αυτό δεν βγάζω απωθημένα όταν βλέπω ρευστό
είμαι απλό παιδί· δεν ονειρεύομαι να γίνω πλούσιος
όποιος τα φράγκα έχει θεό θα γίνει ανούσιος